Οι πρώτες μέρες - Μόνοι στο Μαθράκι
926
post-template-default,single,single-post,postid-926,single-format-standard,bridge-core-3.1.4,qodef-qi--no-touch,qi-addons-for-elementor-1.6.9,qode-page-transition-enabled,ajax_fade,page_not_loaded,,qode-title-hidden,hide_top_bar_on_mobile_header,qode-content-sidebar-responsive,qode-child-theme-ver-1.0.0,qode-theme-ver-30.3.1,qode-theme-bridge,wpb-js-composer js-comp-ver-7.5,vc_responsive,elementor-default,elementor-kit-13

Οι πρώτες μέρες

Κι επειδή ποτέ όλα δεν είναι ρόδινα, ούτε τα πας καλά με όλους, ούτε όλοι σε συμπαθούν, να σημειώσω κάπου εδώ πως ΟΤΙΔΗΠΟΤΕ γράφω είναι καθαρά οι εμπειρίες μου, χωρίς κακία αλλά με ωμή καθαρή αλήθεια. Πολλές φορές ίσως γράψω με πιο ήπιο τρόπο κάποια πράγματα γιατί δε θέλω να φανεί ότι ρίχνω χολή αλλά απ’ την άλλη, οι αλήθειες πρέπει να λέγονται. Το αν αυτές αρέσουν σε κάποιους ή όχι, διόλου δεν με ενδιαφέρει γιατί όπως είπα…είναι αλήθειες.

Επίσης κάπου εδώ να αναφέρω κάτι το οποίο τώρα θα σας φανεί άσχετο, αλλά θα καταλάβετε παρακάτω γιατί το αναφέρω. Πάσχω εδώ και πολλά χρόνια από μια πάθηση που λέγεται Σύνδρομο Χρόνιας Κόπωσης (CFS). Έχω μάθει να ζω με αυτό χωρίς να μου δυσκολεύει και πάρα πολύ την καθημερινότητα. Δε σημαίνει όμως αυτό ότι δεν με σταματάει από κάποια πράγματα. Όταν για παράδειγμα κάνω δουλειές στο σπίτι, πρέπει να σταματάω τακτικά, να ξεκουράζομαι για λιγάκι και μετά να συνεχίζω. Κάποιος που δεν ξέρει λοιπόν, βλέποντας με μπορεί να συμπεράνει ότι βαριέμαι, ότι τεμπελιάζω ή οτιδήποτε άλλο. Κρατήστε το αυτό λοιπόν για αργότερα.

Η πρώτη εβδομάδα

Όπως καταλαβαίνετε, μετά την περιγραφή της κατάστασης του σπιτιού που σας έκανα, με περίμενε πολύ καθάρισμα και πολύ δουλειά. Επίσης σε δύο μέρες μετά την άφιξή μου, θα ερχόταν και τα κιβώτια με τα πράγματά μου. Επειδή λοιπόν όπως ανέφερα, τρόφιμα δεν είχα μαζί μου και ούτε υπήρχε πουθενά να αγοράσω, αναγκαστικά και τη δεύτερη μέρα κατέβηκα στην ταβέρνα του προέδρου και της γυναίκας του για να φάει το παιδί πρωινό και να πιω εγώ ένα καφέ. Αφού την ευχαρίστησα για χιλιοστή φορά, φύγαμε πάλι στο σπίτι και άρχισα πάλι να καθαρίζω σαν μανιακή. Το μεσημεράκι κατεβήκαμε πάλι για φαγητό, και πάλι δεν μας πήραν χρήματα. Της είπα μάλιστα ότι είμαι ευγνώμων γιατί αν δεν ήταν αυτή εμείς θα πεινούσαμε. Την επόμενη ημέρα ήρθαν επιτέλους τα πράγματά μας και μαζί με αυτά και δύο κούτες με τρόφιμα που είχα μαζέψει (ευτυχώς). Ρώτησα από που μπορώ να παραγγείλω προμήθειες και πως πληρώνουμε, μου είπαν για κάποιο Σούπερ Μάρκετ απέναντι και ένα μανάβη από τον οποίο θα μπορούσα να παραγγείλω τηλεφωνικά και πως πληρώνουμε στον καπετάνιο του καραβιού βάζοντας τα χρήματα σε ένα φάκελο. Οπότε εδώ πάμε στο δεύτερο θέμα, χρήματα.

Δεν είχα πολλά μετρητά μαζί μου γιατί όταν είχα μιλήσει με τον πρόεδρο στο τηλέφωνο μου είχε πει πως πηγαίνουν σχεδόν καθημερινά απέναντι οπότε θα μπορούσα να πάρω από την τράπεζα. Του λέω λοιπόν πως πρέπει να βγάλω χρήματα από το μηχάνημα γιατί έχω μείνει με πολύ λίγα επάνω μου. Μου απαντάει πως είναι δύσκολο, πως δεν πηγαίνουν κάθε μέρα και πως όταν πηγαίνουν είναι για δουλειά, πως δεν έχει χρόνο. Ρωτάω λοιπόν τι πρέπει να κάνω. Μου λένε πως θα μπορούσα να του δώσω την κάρτα μου και να μου βγάλει με την πρώτη ευκαιρία. Οκ λοιπόν, δίνω την κάρτα μου αλλά και πάλι η απάντηση που πήρα ήταν πως την μια μέρα δεν μπορούσε, την άλλη δε βόλευε, λόγω δουλειών. Ναι αλλά εγώ τα χρειάζομαι. Μου προτείνουν να μου δώσουν 100 ευρώ να έχω και τους τα δίνω όταν βγάλουν με την κάρτα μου. Δε δέχτηκα.

Γνωριμίες

Στο μεταξύ, πήγαινα κάθε βράδυ στο μοναδικό καφενείο του νησιού και εκεί άρχισα να γνωρίζω αρκετούς από τους ντόπιους αλλά και αρκετούς που ήταν μεν από κει αλλά έμεναν μόνιμα στην Αμερική και είχαν έρθει για διακοπές. Μεγάλα χαμόγελα, καλοσυνάτοι άνθρωποι, με έκαναν να νιώσω πολύ όμορφα και να μη νιώσω ξένη ούτε ένα λεπτό. Άνθρωποι που ανοίξανε τις καρδιές τους και τα σπίτια τους σε μένα και στο παιδί μου και μας καλωσόρισαν. Αρχίσαμε να κατεβαίνουμε και τα απογεύματα στην παραλία για μπάνιο, ο μικρός έκανε φίλους και χαιρόμουν να τον βλέπω να παίζει. Εγώ με τη σειρά μου καθόμουν με τις μαμάδες και τις γιαγιάδες τους και συζητούσαμε και γνωριζόμασταν. Ανάμεσα σε όλους αυτούς, τις πρώτες μέρες ξεχώρισα την Ισμήνη, την Ράνια και την Τούλα που έγιναν και η μόνιμη παρέα μου εκείνες τις μέρες.

blankblank

Η δουλειά

Όπως λοιπόν σας είχα πει, όταν μίλησα στο τηλέφωνο με τον πρόεδρο πριν έρθω μου είχε εκφράσει το παράπονό του ότι δε βρίσκει άτομα να δουλέψουν στο μαγαζί του και είχα προσφερθεί να πάω εγώ όταν θα ερχόμουν στο νησί. Μια μέρα λοιπόν, κατά τις τρεις το μεσημέρι με πήρε τηλέφωνο η γυναίκα του και μου ζήτησε να πάω γιατί είχε πολύ κόσμο. Πήρα λοιπόν το παιδί μου, γιατί δε γινόταν να το αφήσω μόνο στο σπίτι και πήγα. Με ρώτησε τι μεροκάματο θέλω, και της είπα πως δεν ξέρω από μεροκάματα γιατί πρώτον έλειπα χρόνια στο εξωτερικό και δεύτερον δεν είχα ξανακάνει αυτή τη δουλειά. Της είπα να μου δώσει ότι δίνουν οι άλλοι. Με πήγε λοιπόν μέσα και ξεκίνησα με τη λάντζα. Στίβες πιάτα και ταψιά και κατσαρόλες περίμεναν κι εγώ φυσικά δεν είχα ιδέα. Μου έδειξε εκείνη πως να τα κάνω και ξεκίνησα. Κάπως έτσι συνέχισα μέχρι τις 9 περίπου το βράδυ, όταν μου είπε πως τελειώσαμε, οπότε πήρα το παιδί και πήγαμε σπίτι να ξεκουραστούμε.

Το όρος λάντζα, τα δωμάτια,οι πετσέτες και τα σεντόνια

Την άλλη μέρα κατεβήκαμε από τις 9, ήπια εγώ ένα καφε στα γρήγορα κι ο μικρός έφαγε ένα κρουασάν και ήπιε ένα χυμό. Πάλι λάντζα εννοείται. Ο μικρός καθόταν σε μια άκρη και έπαιζε. Μετά με έστειλε στα ενοικιαζόμενα που έχουν να καθαρίσουμε με μια άλλη κοπέλα δύο δωμάτια, να πλύνουμε σεντόνια πετσέτες και μετα εγώ να σιδερώσω άλλα σεντόνια και πετσέτες που είχαν στεγνώσει και μάζεψα. Αφού τελείωσα πήγα πάλι στη λάντζα μια και είχε γεμίσει όσο έκανα τα υπόλοιπα. Κάπως έτσι συνεχίστηκε η υπόλοιπη ημέρα με ένα μικρό διάλλειμα το μεσημέρι, ίσα ίσα για να φάμε εγώ κι ο μικρός. Ευτυχώς ήταν τα κορίτσια που ανέφερα πιο πάνω με τα παιδιά τους στη θάλασσα και προσέχανε και τον Τασούλη. Κατά τις 7 φύγανε και μου προτείνανε να πάρουν και τον μικρό μαζί τους για να μη βαριέται. Έτσι λοιπόν έφτασε 10 και μισή το βράδυ και τότε πια πήγα πήρα το μικρό και πήγαμε σπίτι. Την επόμενη μέρα τα ίδια, την μεθεπόμενη μου ζήτησαν να πάω νωρίτερα γιατί είχε γεμίσει η κουζίνα από άπλυτα, για την ακρίβεια δεν υπήρχε τίποτε καθαρό. Ήταν τόσο τραγική η κατάσταση που η γυναίκα του προέδρου το έβγαλε φωτογραφία και γελούσε. Τρεις ώρες μου πήρε να τα πλύνω και η μέση μου χάλια. Κάποια στιγμή της εξήγησα και την κατάσταση της υγείας μου που σας είπα πιο πάνω για να μη νομίσει ότι τεμπελιάζω. Με ρώτησε αν θέλω να πάρω ρεπό εκείνη την ημέρα και είπα όχι. Την ίδια μέρα το βράδυ και αφού είχα πεθάνει από το πρωί, είχε μείνει ένα τραπέζι με μια συνάδελφο ψυχολόγο και μια φυσιοθεραπεύτρια. Καθόμαστε λοιπόν με τη γυναίκα του προέδρου και τις περιμένουμε να τελειώσουν..το παιδί μου όπως πάντα…στους καναπέδες. Αφού λοιπόν έχει πάει μέσα η φυσιοθεραπεύτρια με την κυρία προέδρου, εγώ άρχισα να μιλάω με την ψυχολόγο. Και ξαφνικά βγαίνει η κυρία από μέσα και τσιρίζει “εσύ το παιδί σου δε θα το παρεις σπίτι; Για δουλειά ήρθες εδώ ή για δημόσιες σχέσεις;” Με τρόπο καθόλου όμορφο. Της απαντάω πως το τι θα κάνω με το παιδί μου αφορά εμένα, της λέω πως στο νησί ΔΕΝ ήρθα για δουλειά, απλά προσφέρθηκα να βοηθήσω γιατί ο άντρας της μου είπε πως είχαν πρόβλημα να βρουν άτομο και πως απαιτώ να μου μιλάει πιο όμορφα. “Αααα μου λέει..δεν έχει ανάγκη από δουλειά; Γιατί αλλιώς μου τα είπε ο άντρας μου.. πως έχεις ανάγκη”. Κι από ότι κατάλαβα, της έδωσε την εντύπωση πως έρχεται μια κακομοίρα με ένα παιδί που θα κρέμεται από τα ψίχουλα που θα της πετάνε αυτοί.. Εμ δεν καταλάβατε καλά κυρία μου.

Το παιδί και η κούραση

Την τέταρτη μέρα πήγα πάλι νωρίς αλλά θα έφευγα το μεσημέρι. Το παιδί μου όπως και τις προηγούμενες το έσερνα μαζί μου, δεν είχα άλλη λύση. Το μεσημέρι όταν ήταν ώρα να φύγω μου ζήτησε ο μικρός να πάμε για μπάνιο αντί στο σπίτι κι εγώ μια και το είχα έτσι παραμελημένο αυτές τις μέρες λόγω της δουλειάς δεν μπορούσα να του χαλάσω χατίρι. Μετά το μπάνιο γύρισα στη δουλειά από όπου και τελείωσα στις 11 με τον μικρο να έχει αποκοιμηθεί στους καναπέδες της ταβέρνας.

Την Πέμπτη μέρα το πρωί σηκώθηκα με χέρια πρησμένα και μουδιασμένα, σε σημείο που δεν μπορούσα ούτε να ντυθώ καλά καλά. Ο μικρός δεν μπορούσε να ξυπνήσει με τίποτα, έκλαιγε και έλεγε πως ήταν κουρασμένος. Δεν μπορούσα να κάνω τίποτε άλλο παρά να πάρω στο μαγαζί τηλέφωνο και να ζητήσω να πάρω εκείνη την ημέρα το ρεπό μου.  Η απάντηση που πήρα ήταν “αν πάρεις σήμερα ρεπό, να πάρεις για πάντα”. Άσχημη συμπεριφορά, φωνές…οπότε είπα χαίρετε κι έφυγα. Και σημειωτέον ότι όταν προσφέρθηκαν να με πληρώσουν για τις μέρες που δούλεψα, αρνήθηκα τα χρήματα. Κι από τότε κατά κάποιο τρόπο άρχισε ο πόλεμος…

Εν κατακλείδι…

Ας το αφήσουμε λοιπόν εδώ λέγοντας ότι για λόγους σωματικούς, για το παιδί που δεν μπορούσε για 10ωρα και 12ωρα να το σέρνω έτσι, αλλά και για λόγους “ασυμφωνίας χαρακτήρων” η επαγγελματική μου συνεργασία έληξε…

No Comments

Sorry, the comment form is closed at this time.